Το βοδινό κρέας και η γενετικά τροποποιημένη σόγια είναι οι δύο βασικές γεωργικές δραστηριότητες που, σύμφωνα με τους επιστήμονες, επιταχύνουν την αποψίλωση του Αμαζονίου και εξηγούν την εντυπωσιακή αύξηση των πυρκαγιών στο τροπικό δάσος.
Βοδινό κρέας
«Η εκτεταμένη εκτροφή βοοειδών αποτελεί τον κύριο παράγοντα πίσω από την καταστροφή του Αμαζονίου. Πάνω από το 65% των εκτάσεων που έχουν αποψιλωθεί χρησιμοποιούνται πλέον ως βοσκοτόπια», σημειώνει ο Ρομούλο Μπατίστα, ερευνητής της Greenpeace.
Η Βραζιλία κατέχει την πρώτη θέση στις εξαγωγές βοδινού κρέατος παγκοσμίως. Το 2018, οι εξαγωγές της έφτασαν σε επίπεδα-ρεκόρ με 1,64 εκατομμύρια τόνους, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ένωσης Εξαγωγικών Βιομηχανιών Κρέατος της Βραζιλίας. Η Κίνα αποτελεί τον βασικό προορισμό, ενώ σημαντικοί πελάτες είναι επίσης η Αίγυπτος και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η πρωτιά αυτή δεν είναι τυχαία. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Βραζιλία γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη στον τομέα, καταφέρνοντας από το 1997 έως το 2016 να δεκαπλασιάσει τις εξαγωγές βοδινού τόσο σε όγκο όσο και σε οικονομική αξία. Στην αγορά κυριαρχούν τρεις μεγάλες εταιρείες: η JBS, η Minerva και η Marfrig.
Σόγια
Η καλλιέργεια σόγιας ευθύνεται για το 6,5% περίπου των εκτάσεων που έχουν αποψιλωθεί στον Αμαζόνιο.
Η Βραζιλία είναι πλέον ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σόγιας στον κόσμο, ξεπερνώντας ακόμα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2018, εξήγαγε 83,3 εκατομμύρια τόνους σόγιας, σημειώνοντας αύξηση 22,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών της χώρας.
Η αυξητική αυτή τάση οφείλεται κυρίως στη ζήτηση από την Κίνα, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα βραζιλιάνικης σόγιας — κυρίως γενετικά τροποποιημένης. Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ώθησε το Πεκίνο να στραφεί σε μεγαλύτερες εισαγωγές από τη Βραζιλία για να καλύψει τις ανάγκες της κτηνοτροφίας του. Μόνο την περσινή χρονιά, οι εισαγωγές της Κίνας αυξήθηκαν κατά 30%.
Αν και η σόγια θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους «εχθρούς» του τροπικού δάσους, από το 2006 εφαρμόζεται μορατόριουμ. Όπως επισημαίνει ο Μπατίστα, «μετά το 2008 λιγότερο από το 2% της σόγιας που παράγεται στον Αμαζόνιο προέρχεται από περιοχές που έχουν αποψιλωθεί».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει, επίσης, μεγάλος εισαγωγέας βραζιλιάνικης σόγιας, η οποία χρησιμοποιείται κυρίως ως ζωοτροφή. Η Greenpeace έχει καταγγείλει την «εξάρτηση» της Ευρώπης από τις εισαγωγές σόγιας της Λατινικής Αμερικής, προειδοποιώντας για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον.
Η εκρηκτική ανάπτυξη της καλλιέργειας σόγιας στη Βραζιλία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970, όταν πολλοί παραγωγοί μετακινήθηκαν από το νότιο στο κεντροδυτικό τμήμα της χώρας, αξιοποιώντας νέες αγροτικές τεχνικές και την εντατική χρήση ζιζανιοκτόνων.